κάτοιδα

κάτοιδα (Α)
1. γνωρίζω κάτι καλά («ἄστρων κάτοιδα νυκτέρων όμήγυριν», Αισχύλ.)
2. γνωρίζω κάποιον εξ όψεως, αναγνωρίζω («τὸ Γοργοῡς δ' οὐ κάτοιδ' ἐγὼ κάρα», Ευρ.)
3. φρ. «οὐ κατειδώς» — ασυνείδητα, ακούσια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)-* + οἶδα «γνωρίζω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κάτοιδα — know well perf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάτοιδ' — κάτοιδα , κάτοιδα know well perf ind act 1st sg κάτοιδε , κάτοιδα know well perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατειδότα — κάτοιδα know well perf part act neut nom/voc/acc pl κάτοιδα know well perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατῄδη — κάτοιδα know well plup ind act 1st sg κάτοιδα know well plup ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατειδυῖαν — κάτοιδα know well perf part act fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατειδέναι — κάτοιδα know well perf inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατειδότας — κάτοιδα know well perf part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατειδότος — κάτοιδα know well perf part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατειδότων — κάτοιδα know well perf part act masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατειδώς — κάτοιδα know well perf part act masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.